Έντονη πολιτική και κοινωνική αντιπαράθεση έχει πυροδοτήσει στη Γερμανία η πρόταση του κόμματος AfD για τη ριζική αναθεώρηση του εκπαιδευτικού συστήματος και την κατάργηση της υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης.
Η πολιτική δύναμη επιδιώκει την αντικατάσταση της υφιστάμενης νομοθεσίας με μια γενική υποχρέωση εκπαίδευσης, η οποία θα επιτρέπει στους γονείς να επιλέγουν ελεύθερα την κατ’ οίκον διδασκαλία για τα παιδιά τους.
Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση εκπαιδευτικών ενώσεων και πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες προειδοποιούν για τον κίνδυνο κοινωνικού κατακερματισμού.
Στα τέλη Ιανουαρίου, το κοινοβούλιο του κρατιδίου του Βρανδεμβούργου αποτέλεσε το επίκεντρο μιας σφοδρής συζήτησης, όταν το κόμμα κατέθεσε επίσημη πρόταση για την καθιέρωση της ελεύθερης επιλογής μεταξύ σχολικής και εξωσχολικής εκπαίδευσης.
Οι εκπρόσωποι της παράταξης δικαιολόγησαν την κίνησή τους επικαλούμενοι την πτώση του εκπαιδευτικού επιπέδου στην περιοχή, κάνοντας λόγο για μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης στον τομέα της παιδείας.
Ο εκπρόσωπος της κοινοβουλευτικής ομάδας της AfD, Dennis Hohloch, υποστήριξε ότι ο κρατικός μηχανισμός έχει αθετήσει τις υποσχέσεις του, αδυνατώντας να εξασφαλίσει ίσες ευκαιρίες μάθησης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η παραδοσιακή υποχρέωση φοίτησης καθίσταται πλέον παρωχημένη λόγω των συστημικών αδυναμιών.
Αντιδράσεις στην πολιτική σκηνή και εξάπλωση στα κρατίδια
Η νομοθετική πρόταση στο Βρανδεμβούργο απορρίφθηκε τελικά από τα κόμματα SPD, CDU και BSW.
Ο εκπρόσωπος του BSW, Frank Peschel, καταψήφισε το νομοσχέδιο, επισημαίνοντας ότι μια τέτοια κίνηση θα οδηγούσε στον άμεσο διχασμό της μαθητικής κοινότητας και θα επιδείνωνε ραγδαία τις ανισότητες στον χώρο της εκπαίδευσης.
Ωστόσο, η στρατηγική της AfD δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε αυτή την περιοχή, καθώς παρόμοιες πρωτοβουλίες καταγράφονται και σε άλλα σημεία της χώρας με στόχο την αλλαγή του νομικού πλαισίου.
Ενόψει των περιφερειακών εκλογών του Σεπτεμβρίου, ο επικεφαλής του κόμματος στη Σαξονία-Άνχαλτ, Ulrich Siegmund, έθεσε το ζήτημα της διεύρυνσης της νομοθεσίας προς μια γενική υποχρέωση εκπαίδευσης, υπογραμμίζοντας εκ νέου τα προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος.
Παράλληλα, το προεκλογικό πρόγραμμα της παράταξης στη Βάδη-Βυρτεμβέργη περιλαμβάνει την επίσημη πρόταση για χαλάρωση του αυστηρού γερμανικού πλαισίου φοίτησης, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι η υλοποίηση ενός τέτοιου μέτρου θα συνοδεύεται από τη διατήρηση των κρατικών ελέγχων για την αξιολόγηση των επιδόσεων των μαθητών.
Οι ανησυχίες των εκπαιδευτικών φορέων και οι κοινωνιολογικές αναλύσεις
Η ανακίνηση του ζητήματος απασχολεί έντονα τον ακαδημαϊκό χώρο. Η Rita Nikolai, καθηγήτρια Συγκριτικής Εκπαιδευτικής Έρευνας στο Πανεπιστήμιο του Άουγκσμπουργκ, εξηγεί ότι το κόμμα προτάσσει ανοιχτά την αποϊδεολογικοποίηση των σχολείων.
Η προσέγγιση αυτή παρέχει στους γονείς τη δυνατότητα να απομακρύνουν τα παιδιά τους από τα θεσμοθετημένα ιδρύματα και να αναλάβουν οι ίδιοι τη διδασκαλία.
Στο ίδιο μήκος κύματος, οι ενώσεις των εκπαιδευτικών εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις. Η Anja Bensinger-Stolze, αρμόδια για θέματα σχολείων στην ένωση GEW, υποστηρίζει ότι η αφαίρεση των παιδιών από το επίσημο περιβάλλον δημιουργεί τον κίνδυνο διάδοσης ακραίων ιδεολογιών, ενώ εκφράζει την ανησυχία της για μελλοντικές προσπάθειες δημιουργίας αυτόνομων εκπαιδευτικών δομών.
Η διαρκής συζήτηση έχει ήδη διαμορφώσει ένα κλίμα ανασφάλειας μεταξύ των εκπαιδευτικών λειτουργών.
Σύμφωνα με ακαδημαϊκές αναφορές, πολλοί δάσκαλοι και καθηγητές διστάζουν πλέον να εκφράσουν ελεύθερα τις απόψεις τους κατά τη διάρκεια επιμορφωτικών σεμιναρίων, φοβούμενοι πιθανές αντιδράσεις από γονείς ή από τις διευθύνσεις των σχολικών μονάδων.
Η κοινωνιολόγος Kristina Stoeckl από το Πανεπιστήμιο LUISS Guido Carli της Ρώμης επισημαίνει ότι η προώθηση της κατ’ οίκον εκπαίδευσης λειτουργεί πρωτίστως ως εργαλείο για την άσκηση συστηματικής κριτικής απέναντι στον κρατικό μηχανισμό, έστω και αν η πρακτική αυτή προσελκύει ελάχιστους ενδιαφερόμενους στη Γερμανία.
Τα νομικά εμπόδια απέναντι στην αναθεώρηση της νομοθεσίας
Η υλοποίηση της πρότασης για την κατάργηση της υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης προσκρούει σε εξαιρετικά υψηλά νομικά εμπόδια, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών.
Δεδομένου ότι η εκπαίδευση εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατιδίων, η χώρα δεν διαθέτει έναν ενιαίο εθνικό νόμο, αλλά βασίζεται σε δεκαέξι διαφορετικά νομοθετικά πλαίσια.
Σε ορισμένες περιοχές, όπως στη Σαξονία-Άνχαλτ, η υποχρεωτικότητα της φοίτησης είναι ρητά κατοχυρωμένη στο τοπικό Σύνταγμα, γεγονός που σημαίνει ότι απαιτείται ενισχυμένη πλειοψηφία δύο τρίτων στο κοινοβούλιο για οποιαδήποτε απόπειρα αναθεώρησης.
Παράλληλα, το Ομοσπονδιακό Σύνταγμα (Grundgesetz) ορίζει με σαφήνεια ότι το σύνολο του σχολικού συστήματος τελεί υπό την αυστηρή εποπτεία του κράτους, διασφαλίζοντας την ενιαία λειτουργία του θεσμού.
Οποιαδήποτε μονομερής νομοθετική αλλαγή σε τοπικό επίπεδο εκτιμάται ότι θα αντιμετώπιζε την άμεση παρέμβαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο πιθανότατα θα ανέστελλε την εφαρμογή της.
Σύμφωνα με τις ευρύτερες αναλύσεις, η στάση της AfD εντάσσεται σε ένα γενικότερο διεθνές πλαίσιο, όπου η ελεύθερη επιλογή σχολείου και η κατ’ οίκον διδασκαλία χρησιμοποιούνται ως επιχειρήματα για την αμφισβήτηση της κρατικής εξουσίας.
Παρά το γεγονός ότι η διεκδίκηση αυτή αφορά μια εξαιρετικά περιορισμένη μερίδα πολιτών και δεν αναμένεται να αποφέρει μαζικά εκλογικά οφέλη, λειτουργεί ως σταθερό εργαλείο αμφισβήτησης απέναντι στις κεντρικές εκπαιδευτικές δομές της χώρας.