Σε ριζική αναμόρφωση του συστήματος εκπαίδευσης και εξέτασης υποψηφίων οδηγών προσανατολίζεται το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Μεταφορών της Γερμανίας.
Στόχος των σχεδιαζόμενων αλλαγών είναι η μείωση της γραφειοκρατίας, η απλούστευση των διαδικασιών και η αντιμετώπιση των υψηλών ποσοστών αποτυχίας που καταγράφονται τα τελευταία χρόνια.
Ομάδα εργασίας του υπουργείου κατέθεσε ευρύ πακέτο προτάσεων, το οποίο, σύμφωνα με πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας, προβλέπει δραστικές μειώσεις τόσο στην εξεταστέα ύλη όσο και στα υποχρεωτικά πρακτικά μαθήματα.
Το προτεινόμενο σχέδιο φέρνει τα πάνω-κάτω στον τρόπο λειτουργίας των σχολών οδήγησης, δίνοντας έμφαση στην ευελιξία και την ψηφιοποίηση.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η προσπάθεια να καταστεί η απόκτηση διπλώματος πιο προσιτή, χωρίς ωστόσο να θυσιάζεται η οδική ασφάλεια, εισάγοντας παράλληλα νέες μεθόδους εκμάθησης που εφαρμόζονται ήδη σε γειτονικές χώρες.
«Κούρεμα» στην ύλη και ψηφιακά θρανία
Μία από τις πιο σημαντικές παρεμβάσεις αφορά τη θεωρητική εξέταση για την κατηγορία Β (επιβατικά αυτοκίνητα). Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, ο κατάλογος των ερωτήσεων αναμένεται να μειωθεί κατά περίπου 30%.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι από τις 1.169 ερωτήσεις που ισχύουν σήμερα, η δεξαμενή θα περιοριστεί στις 840 περίπου. Παράλληλα, καταργούνται πολλές υποχρεώσεις τεκμηρίωσης, όπως η τυπική διαπίστωση της ετοιμότητας για εξετάσεις, ελαφρύνοντας το διοικητικό φόρτο των εκπαιδευτών.
Επιπλέον, οι σχολές οδήγησης θα αποκτήσουν το δικαίωμα να επιλέγουν ελεύθερα αν θα προσφέρουν τα θεωρητικά μαθήματα με φυσική παρουσία ή ψηφιακά.
Η δυνατότητα αυτή επεκτείνεται και στην εκπαίδευση των ίδιων των εκπαιδευτών οδήγησης, όπου το θεωρητικό περιεχόμενο θα μπορεί να διδάσκεται σχεδόν αποκλειστικά εξ αποστάσεως.
Λιγότερες υποχρεωτικές ώρες και «λαϊκοί εκπαιδευτές»
Στο πεδίο της πρακτικής εκπαίδευσης, οι αλλαγές είναι εξίσου σημαντικές. Για τις κατηγορίες οχημάτων έως 7,5 τόνους, συμπεριλαμβανομένου του κλασικού διπλώματος αυτοκινήτου, μειώνονται δραστικά οι υποχρεωτικές ειδικές διαδρομές.
Συγκεκριμένα, θα απαιτείται πλέον μόνο μία διδακτική ενότητα για οδήγηση σε επαρχιακό δρόμο, μία για αυτοκινητόδρομο και μία για νυχτερινή οδήγηση.
Ο χρόνος της πρακτικής εξέτασης θα εναρμονιστεί με το ελάχιστο όριο που προβλέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή τα 25 λεπτά οδήγησης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εισαγωγή μιας «ρήτρας πειραματισμού» (Experimentierklausel), η οποία βασίζεται στο μοντέλο που εφαρμόζεται στην Αυστρία.
Οι αρχάριοι οδηγοί θα έχουν τη δυνατότητα να πραγματοποιούν μέρος της εκπαίδευσής τους με τη συνοδεία συγγενών ή φίλων. Προϋπόθεση για αυτό θα είναι η επιτυχής ολοκλήρωση της θεωρητικής εξέτασης και η παρακολούθηση έξι υποχρεωτικών ωρών σε σχολή οδήγησης.
Στη συνέχεια, οι υποψήφιοι θα πρέπει να διανύσουν 1.000 χιλιόμετρα υπό την επίβλεψη ενός «λαϊκού εκπαιδευτή».
Ο συνοδός οφείλει να κατέχει δίπλωμα οδήγησης για τουλάχιστον επτά χρόνια και να μην έχει περισσότερους από έναν βαθμό ποινής στο μητρώο του Flensburg.
Κατά τη διάρκεια αυτών των διαδρομών, ισχύει αυστηρό όριο αλκοόλ 0,1 τοις χιλίοις (promille) τόσο για τον οδηγό όσο και για τον συνοδό. Το μέτρο θα έχει αρχική ισχύ πέντε ετών και θα αξιολογηθεί επιστημονικά.
Διαφάνεια τιμών και δημοσιοποίηση επιδόσεων
Το υπουργείο επιδιώκει επίσης μεγαλύτερη διαφάνεια στην αγορά, ώστε οι καταναλωτές να μπορούν να συγκρίνουν ευκολότερα τις τιμές.
Οι σχολές οδήγησης θα υποχρεούνται να αναφέρουν τα δίδακτρά τους στο Υπουργείο Μεταφορών σε τριμηνιαία βάση, δεδομένα που θα είναι προσβάσιμα από πύλες σύγκρισης τιμών. Αντίθετα, η υποχρέωση αναφοράς του μέσου συνολικού κόστους ή του αριθμού των μαθημάτων καταργείται.
Επιπροσθέτως, τα Τεχνικά Κέντρα Επιθεώρησης θα δημοσιεύουν τα ποσοστά επιτυχίας στις πρακτικές εξετάσεις ανά σχολή οδήγησης, παρέχοντας έτσι ένα σαφές κριτήριο ποιότητας στους ενδιαφερόμενους.
Οι μεταρρυθμίσεις έρχονται σε μια περίοδο όπου τα ποσοστά αποτυχίας παραμένουν υψηλά. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του συνδέσμου TÜV, το προηγούμενο έτος απέτυχε το 44% των υποψηφίων στη θεωρία και το 37% στην πρακτική εξέταση.