Γερμανία – Σε καθεστώς αυστηρής οικονομικής πειθαρχίας έχουν περιέλθει εκατομμύρια νοικοκυριά, καθώς το αυξημένο κόστος διαβίωσης επιβάλλει σκληρές επιλογές και περικοπές στην καθημερινότητα. Νέα έρευνα χαρτογραφεί τις περιοχές όπου οι πολίτες σφίγγουν περισσότερο το ζωνάρι, με τον τομέα της ψυχαγωγίας και του ελεύθερου χρόνου να δέχεται το ισχυρότερο πλήγμα, την ώρα που οι τιμές στα βασικά αγαθά συνεχίζουν να καλπάζουν.
Σύμφωνα με αντιπροσωπευτική δημοσκόπηση που διενήργησε το ινστιτούτο YouGov για λογαριασμό του γερμανικού πρακτορείου ειδήσεων, η πλειονότητα των καταναλωτών τηρεί πλέον αμυντική στάση στις αγορές και την κατανάλωση. Το 42% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι περιορίζει τις δαπάνες του κυρίως σε δραστηριότητες αναψυχής, όπως ο κινηματογράφος, το θέατρο, οι συναυλίες και οι επισκέψεις σε εστιατόρια. Η συγκεκριμένη κατηγορία αναδεικνύεται ως το πρώτο θύμα του πληθωρισμού, καθώς θεωρείται πιο ελαστική δαπάνη σε σύγκριση με τις πάγιες ανάγκες.
Οι τομείς των περικοπών και το δημογραφικό χάσμα
Πέραν της διασκέδασης, σημαντικές μειώσεις καταγράφονται και σε άλλους κλάδους της οικονομίας. Το 34% των πολιτών δηλώνει ότι κάνει περικοπές στις διακοπές και τα ταξίδια, ενώ το 32% περιορίζει τις αγορές επίπλων και οικιακού εξοπλισμού. Ακολουθούν η ένδυση με 29% και τα ηλεκτρονικά είδη με 28%. Αξιοσημείωτο είναι ότι μόνο το 14% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι εξοικονομεί χρήματα περιορίζοντας τα έξοδα για τρόφιμα, γεγονός που αποδεικνύει ότι η διατροφή παραμένει η τελευταία γραμμή άμυνας για τους περισσότερους. Μόλις ένας στους πέντε συμμετέχοντες (20%) ανέφερε ότι δεν έχει χρειαστεί να μειώσει τις δαπάνες του σε κανέναν τομέα.
Τα στοιχεία αποκαλύπτουν ενδιαφέρουσες διαφοροποιήσεις ανάλογα με το φύλο και την ηλικία. Οι γυναίκες φαίνεται να περιορίζουν τις αγορές ρούχων συχνότερα από τους άνδρες. Ωστόσο, η πιο εντυπωσιακή διαπίστωση αφορά τη νέα γενιά: Οι νέοι ηλικίας 18 έως 34 ετών επιλέγουν να κάνουν περικοπές στα τρόφιμα και τα ρούχα σε ποσοστό άνω του μέσου όρου, προκειμένου να μην στερηθούν τις δραστηριότητες αναψυχής και τον ελεύθερο χρόνο τους, δείχνοντας μια σαφή προτίμηση στην εμπειρία έναντι των υλικών αγαθών ή της διατροφικής ποιότητας.
Η έκρηξη των τιμών από το 2020
Η καταναλωτική αυτοσυγκράτηση δεν αποτελεί θέμα επιλογής αλλά αναγκαιότητας, η οποία πηγάζει από τη δραματική αύξηση των τιμών τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας, οι τιμές καταναλωτή τον Δεκέμβριο βρέθηκαν κατά μέσο όρο σχεδόν 23% υψηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα του 2020. Η σύγκριση αυτή αποτυπώνει το μέγεθος της διάβρωσης του εισοδήματος των πολιτών.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα στα είδη πρώτης ανάγκης. Τα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά έχουν ανατιμηθεί κατά σχεδόν 37% μέσα σε αυτό το διάστημα. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι για ένα τυπικό εβδομαδιαίο καλάθι σούπερ μάρκετ που πριν από πέντε χρόνια κόστιζε 100 ευρώ, οι καταναλωτές καλούνται πλέον να πληρώσουν περίπου 137 ευρώ. Αυτή η αύξηση εξηγεί γιατί ακόμη και το 14% που κόβει από το φαγητό αποτελεί σημαντικό κοινωνικό δείκτη.
Εστίαση και τουρισμός στα ύψη
Οι ανατιμήσεις έχουν χτυπήσει ανελέητα και τον τομέα των υπηρεσιών. Το κόστος για ένα κυρίως πιάτο σε εστιατόριο έχει αυξηθεί κατά 36%, ενώ τα αλκοολούχα ποτά στην εστίαση είναι ακριβότερα κατά 29%. Εισιτήρια για κινηματογράφο έχουν ανέβει κατά 26%, ενώ για θέατρο, όπερα και μιούζικαλ οι αυξήσεις κυμαίνονται μεταξύ 16% και 19%. Στον τουριστικό κλάδο, τα πακέτα διακοπών εντός Γερμανίας κοστίζουν κατά μέσο όρο 27% περισσότερο, ενώ μια εκδρομή στα Κανάρια Νησιά έχει επιβαρυνθεί με αύξηση της τάξης του 53%.
Ακόμη και ο εξοπλισμός του σπιτιού έχει γίνει ακριβότερη υπόθεση, με τα κρεβάτια να καταγράφουν αύξηση 23% και τις ντουλάπες 28%. Στον τομέα της ένδυσης, οι αυξήσεις είναι ηπιότερες αλλά υπαρκτές: τα ανδρικά σακάκια και παλτό έχουν ανατιμηθεί κατά 9%, οι γυναικείες μπλούζες κατά 11%, ενώ οι γυναικείες πιτζάμες σημειώνουν άλμα της τάξης του 23%.