Βέρνη – Έντονη δυσαρέσκεια επικρατεί στον κλάδο του ελβετικού λιανεμπορίου, με τους εκπροσώπους του να υψώνουν τείχος προστασίας απέναντι στα σχέδια της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για νέες φορολογικές επιβαρύνσεις.
Η πολιτική πρακτική της εύρεσης πόρων μέσω της αύξησης του ΦΠΑ για τη χρηματοδότηση κρατικών αναγκών, όπως ο στρατός, οι συντάξεις (AHV) ή οι σιδηρόδρομοι, έχει προκαλέσει την οργισμένη αντίδραση της Swiss Retail Federation.
Η Dagmar Jenni, διευθύντρια της Ομοσπονδίας, χρησιμοποίησε σκληρή γλώσσα για να περιγράψει την κατάσταση, κάνοντας λόγο για «νοοτροπία καταστήματος αυτοεξυπηρέτησης» από την πλευρά της πολιτικής ηγεσίας.
Όπως επισημαίνει, οι ιθύνοντες επιλέγουν τον εύκολο δρόμο, επιχειρώντας να επιλύσουν κάθε χρηματοδοτικό κενό μέσω της επιβολής πρόσθετων εσόδων, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία.
Το «Όχι» και οι φόβοι για την κατανάλωση
Πριν καν ολοκληρωθούν και παρουσιαστούν οι επίσημες προτάσεις από το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, η Dagmar Jenni ξεκαθάρισε τη στάση του κλάδου με ένα κατηγορηματικό «Λέμε Όχι».
Η αντίδραση αυτή δεν εκπροσωπεί μόνο την Ομοσπονδία, η οποία αριθμεί 2.300 επιχειρήσεις με 6.200 εργαζόμενους, αλλά αντανακλά τη γενικότερη ανησυχία ενός κλάδου που απασχολεί σχεδόν 340.000 άτομα σε όλη τη χώρα.
Το βασικό επιχείρημα των εμπόρων είναι ότι κάθε ποσοστιαία αύξηση του ΦΠΑ μεταφράζεται άμεσα σε ακριβότερο καλάθι για τον καταναλωτή.
Σε μια περίοδο όπου τα περιθώρια κέρδους είναι ήδη συμπιεσμένα και οι προκλήσεις πολλαπλασιάζονται, η περαιτέρω επιβάρυνση της κατανάλωσης θεωρείται καταστροφική.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη Βέρνη, ο κλάδος βρίσκεται ήδη υπό καθεστώς πίεσης, και η φορολογική αφαίμαξη θα δυσχεράνει ακόμη περισσότερο τη λειτουργία των επιχειρήσεων.
Ο «εφιάλτης» του ανταγωνισμού και η ασιατική απειλή
Σύμφωνα με έρευνα που διενήργησε η Ομοσπονδία μεταξύ των μελών της, στην κορυφή του «βαρόμετρου ανησυχίας» βρίσκεται ο σκληρός πόλεμος τιμών.
Αυτός ο ανταγωνισμός δεν τροφοδοτείται μόνο από τις στρατηγικές χαμηλών τιμών των μεγάλων εγχώριων διανομέων, αλλά κυρίως από τη ραγδαία εισβολή ξένων πλατφορμών.
Το 68% των εμπόρων που συμμετείχαν στην έρευνα θεωρούν ότι πλατφόρμες όπως η Temu και η Shein ασκούν «μάλλον ισχυρή» ή «πολύ ισχυρή» επιρροή στην ελβετική αγορά.
Η ανησυχία για τον ανταγωνισμό από την Κίνα είναι διάχυτη. Αν και οι μισοί περίπου έμποροι δηλώνουν ότι δεν αναμένουν προσωπικά απώλειες τζίρου, οι υπόλοιποι προετοιμάζονται για αρνητικές επιπτώσεις.
Συγκεκριμένα, το 30% των ερωτηθέντων υπολογίζει απώλειες έως και 3%, ενώ υπάρχει και ένα ποσοστό που εμφανίζεται ακόμη πιο απαισιόδοξο για τη συρρίκνωση των εσόδων του λόγω των φθηνών προϊόντων από την Ασία.
Απαισιοδοξία για το 2026 και αίτημα για απορρύθμιση
Η γενική εικόνα για το μέλλον του κλάδου διαγράφεται με γκρίζα χρώματα. Σε σύγκριση με πέρυσι, οι προσδοκίες για το 2026 είναι ελαφρώς πιο απαισιόδοξες, με τρεις στους τέσσερις εμπόρους να αναμένουν μια μέτρια πορεία της αγοράς και το ένα τέταρτο να προβλέπει αποτελέσματα κάτω του μετρίου.
Παρά το γεγονός ότι σε ατομικό επίπεδο επιχείρησης υπάρχει μια μικρή αισιοδοξία (με το 19% να ελπίζει σε υπερ-απόδοση), η συνολική ατμόσφαιρα παραμένει επιφυλακτική.
Μπροστά σε αυτό το σύνθετο περιβάλλον, η Dagmar Jenni απευθύνει έκκληση στην πολιτεία να μην επιβαρύνει περαιτέρω το λιανεμπόριο με νέους κανονισμούς.
Αντίθετα, ζητά την κατάργηση υφιστάμενων ελβετικών κανονιστικών διατάξεων, όπως αυτές που αφορούν τη δήλωση προϊόντων και οι οποίες δεν ισχύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η θέση της είναι σαφής: όποιος επιθυμεί να ενισχύσει την εσωτερική οικονομία, οφείλει να απέχει από μέτρα που αυξάνουν το κόστος λειτουργίας και ακριβαίνουν την κατανάλωση.
