Γερμανία – Περίπου 8,7 εκατομμύρια άνθρωποι στη χώρα έχουν επιλέξει συνειδητά την ιδιωτική ασφάλιση υγείας (PKV), επενδύοντας στην υπόσχεση για αναβαθμισμένες ιατρικές παροχές και ταχύτερη πρόσβαση σε υπηρεσίες περίθαλψης. Η συγκεκριμένη επιλογή, η οποία συχνά φαντάζει ελκυστική σε νεαρή ηλικία λόγω των χαμηλότερων αρχικών ασφαλίστρων ή αποτελεί μονόδρομο για τους δημοσίους υπαλλήλους, μετατρέπεται πλέον σε πηγή σοβαρής οικονομικής ανησυχίας για μεγάλο τμήμα του πληθυσμού.
Το αίσθημα ασφάλειας που συνόδευε τα συμβόλαια αυτά δέχεται ισχυρό πλήγμα, καθώς από την αρχή του έτους χιλιάδες νοικοκυριά λαμβάνουν μαζικά ενημερωτικές επιστολές από τις ασφαλιστικές εταιρείες, οι οποίες ανακοινώνουν δυσβάσταχτες αναπροσαρμογές στα μηνιαία κόστη. Το φαινόμενο λαμβάνει διαστάσεις σοκ, ακόμη και για ασφαλισμένους με πολυετή παραμονή στο ίδιο πρόγραμμα, καθώς οι αυξήσεις χαρακτηρίζονται δραματικές.
Σε αντίθεση με το δημόσιο σύστημα υγείας, όπου οι κρατήσεις είναι άμεσα συνδεδεμένες με το εισόδημα, στην ιδιωτική ασφάλιση τα ασφάλιστρα διαμορφώνονται ανεξάρτητα από την οικονομική δυνατότητα του πολίτη. Αυτή η δομική διαφορά δημιουργεί συνθήκες οικονομικής ασφυξίας, ιδιαίτερα για τους ηλικιωμένους και τους συνταξιούχους, οι οποίοι καλούνται να αντιμετωπίσουν εκρηκτικές αυξήσεις με σταθερά ή μειωμένα εισοδήματα, μετατρέποντας μια παλαιότερα διαχειρίσιμη υποχρέωση σε υπαρξιακό πρόβλημα διαβίωσης.
Ακραίες αυξήσεις και ο μηχανισμός αναπροσαρμογής
Τα στοιχεία που έρχονται στη δημοσιότητα αποκαλύπτουν το μέγεθος της επιβάρυνσης που καλούνται να σηκώσουν οι ασφαλισμένοι. Σύμφωνα με τα δεδομένα που επεξεργάστηκε το Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών Αμβούργου (Verbraucherzentrale Hamburg), σε αρκετές περιπτώσεις οι αυξήσεις αγγίζουν ακόμα και το 50% της προηγούμενης τιμής, δημιουργώντας τεράστια κενά στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που αναδεικνύει την ένταση του προβλήματος αφορά περίπτωση συνταξιούχου, ο οποίος από τον Ιανουάριο καλείται να καταβάλλει μηνιαίο ασφάλιστρο ύψους 692,31 ευρώ, έναντι των 316,35 ευρώ που πλήρωνε μέχρι πρότινος.
Η συγκεκριμένη μεταβολή μεταφράζεται σε αύξηση της τάξεως του 119%, ένα ποσοστό που υπερβαίνει κάθε λογική πρόβλεψη. Η Anke Puzicha, στέλεχος του φορέα προστασίας καταναλωτών, επισημαίνει ότι οι πολίτες βρίσκονται ξαφνικά αντιμέτωποι με την υποχρέωση να καλύψουν τριψήφια επιπλέον ποσά κάθε μήνα μόνο για την ασφαλιστική τους κάλυψη, γεγονός που ανατρέπει πλήρως τον οικονομικό τους προγραμματισμό.
Οι λόγοι πίσω από αυτές τις ραγδαίες ανατιμήσεις εντοπίζονται στην γενικότερη αύξηση του κόστους στον τομέα της υγείας. Η άνοδος στις τιμές των φαρμάκων, η διεύρυνση των ιατρικών παροχών και το αυξημένο μισθολογικό κόστος του προσωπικού πιέζουν τα ταμεία των εταιρειών.
Βάσει του ρυθμιστικού πλαισίου, οι ιδιωτικές ασφαλιστικές έχουν το δικαίωμα να προχωρήσουν σε αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων μόνο εφόσον οι πραγματικές δαπάνες σε ένα συγκεκριμένο τιμολόγιο υπερβούν τις υπολογισθείσες κατά ένα συγκεκριμένο ποσοστό. Ο νόμος ορίζει ως όριο το 10%, αν και σε ορισμένα συμβόλαια το όριο αυτό μπορεί να είναι χαμηλότερο. Η τήρηση αυτών των προϋποθέσεων ελέγχεται από ανεξάρτητο διαχειριστή (Treuhänder), μια διαδικασία που εξηγεί γιατί οι αυξήσεις δεν γίνονται σταδιακά κάθε χρόνο, αλλά εμφανίζονται συχνά ως απότομα και μεγάλα άλματα στο κόστος, αιφνιδιάζοντας τους ασφαλισμένους.
Στρατηγικές διαχείρισης και δικαιώματα ασφαλισμένων
Μπροστά σε αυτό το κύμα ακρίβειας, οι ειδικοί της αγοράς και οι ενώσεις καταναλωτών συνιστούν ψυχραιμία και προσεκτικές κινήσεις. Η άμεση ακύρωση του συμβολαίου θεωρείται μια κίνηση υψηλού ρίσκου, ιδιαίτερα για άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Η μετάβαση σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία προϋποθέτει νέους ελέγχους υγείας, οι οποίοι μπορεί να οδηγήσουν σε εξαιρέσεις παθήσεων ή ακόμη υψηλότερα ασφάλιστρα, ενώ παράλληλα ελλοχεύει ο κίνδυνος απώλειας των λεγόμενων προβλέψεων γήρατος (Alterungsrückstellungen). Τα αποθεματικά αυτά έχουν σχεδιαστεί ακριβώς για να συγκρατούν τα ασφάλιστρα σε προχωρημένη ηλικία και η απώλειά τους αποτελεί σοβαρό οικονομικό πλήγμα μακροπρόθεσμα. Ως εκ τούτου, η βεβιασμένη φυγή προς άλλο πάροχο σπάνια αποτελεί τη βέλτιστη λύση για τους παλαιότερους ασφαλισμένους.
Η πλέον ενδεδειγμένη λύση φαίνεται να είναι η αλλαγή τιμολογίου εντός της ίδιας ασφαλιστικής εταιρείας. Η νομοθεσία κατοχυρώνει το δικαίωμα των ασφαλισμένων να μεταπηδήσουν σε οικονομικότερα προγράμματα του ίδιου φορέα, διατηρώντας τα κεκτημένα δικαιώματα και τις προβλέψεις γήρατος που έχουν συσσωρεύσει. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Robert G., 65 ετών, ασφαλισμένου στην εταιρεία Continentale.
Με το μηνιαίο του κόστος να έχει εκτοξευθεί στα 956,03 ευρώ και την ετήσια συμμετοχή (self-deductible) στα 3900 ευρώ, η αλλαγή εταιρείας κρίθηκε ασύμφορη. Ωστόσο, μέσω εσωτερικής μετακίνησης σε νέο τιμολόγιο, το ασφάλιστρο μειώθηκε στα 754,22 ευρώ, ενώ παράλληλα η συμμετοχή του περιορίστηκε στα 2800 ευρώ. Παρόλα αυτά, όπως παρατηρεί η Anke Puzicha, μακροπρόθεσμα είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς πλήρως την ανοδική πορεία των τιμών στην ιδιωτική υγεία. Τέλος, για όσους διατηρούν αμφιβολίες σχετικά με τη νομιμότητα των αυξήσεων, η Ομοσπονδιακή Αρχή Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (Bafin) δέχεται αναφορές και ελέγχει τυχόν παρατυπίες στις διαδικασίες των εταιρειών.
