Αυστρία – Σημαντικές παρεμβάσεις για τη συγκράτηση των τιμών στα υγρά καύσιμα προωθεί η αυστριακή καγκελαρία, σε μια προσπάθεια να απορροφήσει τους κραδασμούς που προκαλεί η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή.
Ο αυστριακός καγκελάριος, Christian Stocker, κατέθεσε πρόταση για την προσωρινή μείωση της φορολογίας στα καύσιμα, προκειμένου να ανακουφιστούν άμεσα οι πολίτες και οι επιχειρήσεις από το δυσβάσταχτο κόστος μετακίνησης.
Η ραγδαία επιδείνωση της κατάστασης στις διεθνείς αγορές ενέργειας αποδίδεται ευθέως στον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
Οι γεωπολιτικές συγκρούσεις των τελευταίων ημερών έχουν προκαλέσει έντονες και απότομες διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου, οι οποίες μετακυλίονται ταχύτατα στις αντλίες των αυστριακών πρατηρίων.
Η ηγεσία του συντηρητικού κόμματος της ÖVP επιχειρεί πλέον να ανακόψει αυτή την ανοδική πορεία, θέτοντας επί τάπητος δραστικές φορολογικές ελαφρύνσεις.
Το σχέδιο ελάφρυνσης και η επιστροφή των υπερκερδών
Ο επικεφαλής της κυβέρνησης ξεκαθάρισε τη στάση του απέναντι στα αυξημένα κρατικά έσοδα που προκύπτουν από τις ραγδαίες ανατιμήσεις.
Σύμφωνα με τη συλλογιστική του, ο κρατικός μηχανισμός δεν επιτρέπεται να λειτουργεί ως κερδοσκόπος σε περιόδους κρίσης, αποκομίζοντας οφέλη εις βάρος των οδηγών που πλήττονται από την ακρίβεια.
Η βασική φιλοσοφία της στρατηγικής του στηρίζεται στην επιστροφή αυτών των απροσδόκητων φορολογικών εσόδων απευθείας στους καταναλωτές.
Το κυβερνητικό επιτελείο εξετάζει τη δεδομένη στιγμή τα πλέον αποτελεσματικά νομικά και οικονομικά μοντέλα για την υλοποίηση αυτής της ελάφρυνσης.
Ο ίδιος ο Christian Stocker προκρίνει ως ιδανική λύση τη στοχευμένη και χρονικά περιορισμένη μείωση των φόρων στα καύσιμα.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση θεωρείται δημοσιονομικά ουδέτερη, καθώς το κράτος ουσιαστικά θα παραιτηθεί αποκλειστικά από τα επιπλέον έσοδα που γεννά η ίδια η ενεργειακή κρίση, διατηρώντας απόλυτα την ισορροπία στον κρατικό προϋπολογισμό.
Οι ενδοκυβερνητικές διαφωνίες και το κροατικό μοντέλο
Η πρόταση του καγκελάριου, ωστόσο, συναντά επιφυλάξεις στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού, αναδεικνύοντας διαφορετικές ιδεολογικές προσεγγίσεις.
Ο κυβερνητικός εταίρος, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPÖ), προτείνει μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση για την αντιμετώπιση του φαινομένου.
Αντί για κρατικές φορολογικές μειώσεις, οι Σοσιαλδημοκράτες απαιτούν την επιβολή πλαφόν στα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων και των εταιρειών εμπορίας καυσίμων.
Η εναλλακτική αυτή πρόταση βασίζεται στο μοντέλο που εφαρμόζει η Κροατία, όπου οι ανώτατες τιμές λιανικής καθορίζονται σε τακτά χρονικά διαστήματα μέσω ενός αυστηρού μαθηματικού τύπου.
Η πλευρά του SPÖ υποστηρίζει ότι, ενώ η κερδοφορία των επιχειρήσεων είναι θεμιτή, οι παγκόσμιες κρίσεις δεν πρέπει να μετατρέπονται σε όχημα για την αποκόμιση υπερβολικών πρόσθετων κερδών που επιβαρύνουν τον τελικό καταναλωτή.
Ο αντικαγκελάριος Andreas Babler εμφανίζεται ιδιαίτερα σκεπτικός απέναντι στη μείωση των φόρων, χαρακτηρίζοντας την αισχροκέρδεια στην αγορά καυσίμων ως ένα βαθύτατα δομικό πρόβλημα του συστήματος.
Η στήριξη των περιφερειών και οι προειδοποιήσεις των οικονομολόγων
Στον αντίποδα, κορυφαία στελέχη του Λαϊκού Κόμματος συντάσσονται πλήρως με την πρωτοβουλία του καγκελάριου, ζητώντας επίσπευση των διαδικασιών.
Η κυβερνήτης του κρατιδίου της Κάτω Αυστρίας, Johanna Mikl-Leitner, χαρακτήρισε τον σχεδιασμό ως απολύτως αναγκαίο βήμα, τονίζοντας την ανάγκη για άμεση δράση ώστε η οικονομική ανακούφιση να φτάσει έγκαιρα στους πολίτες.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο υπουργός Οικονομίας, Wolfgang Hattmannsdorfer, ο οποίος επεσήμανε ότι οι παρεμβάσεις στους φόρους και τις κρατικές εισφορές αποτελούν το ταχύτερο και πλέον άμεσο εργαλείο άσκησης κοινωνικής πολιτικής.
Την ίδια ώρα, ωστόσο, εξέχοντες εκπρόσωποι της οικονομικής κοινότητας συνιστούν ψυχραιμία και αποφυγή βεβιασμένων κρατικών κινήσεων.
Ο επικεφαλής του ινστιτούτου οικονομικών ερευνών WIFO, Gabriel Felbermayr, εξέφρασε την άποψη ότι οι τρέχουσες τιμές, όπως τα δύο ευρώ ανά λίτρο στο πετρέλαιο κίνησης, δεν δικαιολογούν ακόμη τέτοιου είδους δραστικά δημοσιονομικά μέτρα.
Κατά την εκτίμησή του, απαιτείται πολύ μεγαλύτερη αύξηση για να νομιμοποιηθεί πλήρως μια κρατική παρέμβαση.
Ο κορυφαίος οικονομολόγος υπογράμμισε, ωστόσο, την κρισιμότητα της τιμής των καυσίμων για τη γενικότερη πορεία του πληθωρισμού στη χώρα.
Υπενθυμίζοντας τις σκληρές εμπειρίες της διετίας 2022-2023, προειδοποίησε ότι η κυβέρνηση δεν πρέπει επ’ ουδενί να επιτρέψει να περάσουν ανεξέλεγκτα οι πληθωριστικές πιέσεις στην πραγματική οικονομία, υποδεικνύοντας ότι οι τελικές αποφάσεις αποτελούν μονόδρομο.