Σε ναυάγιο φαίνεται να οδηγείται η προσπάθεια της γερμανικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης να περιορίσει τον αριθμό των αφίξεων από το Αφγανιστάν μέσω οικονομικών κινήτρων. Η πλειονότητα των Αφγανών που βρίσκονται στο Πακιστάν και διαθέτουν δεσμευτική υπόσχεση εισδοχής στη Γερμανία, απορρίπτει κατηγορηματικά την προσφορά χρηματικής αποζημίωσης ως αντάλλαγμα για την παραίτησή τους από το δικαίωμα μετεγκατάστασης.
Σύμφωνα με στοιχεία που προέκυψαν από απάντηση του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εσωτερικών σε ερώτηση της βουλευτή των Πρασίνων, Schahina Gambir, και τα οποία δημοσιεύει η «Süddeutsche Zeitung», το Βερολίνο προσέφερε πενταψήφια χρηματικά ποσά καθώς και παροχές σε είδος στους ενδιαφερόμενους. Στόχος ήταν να πειστούν να αποχωρήσουν οικειοθελώς από το πρόγραμμα υποδοχής. Ωστόσο, τα αποτελέσματα μέχρι το τέλος του έτους δείχνουν πως η στρατηγική αυτή δεν αποδίδει τα αναμενόμενα. Από τους περίπου 700 πολίτες που έλαβαν τη σχετική πρόταση, μόλις 167 την αποδέχθηκαν, ενώ 357 απάντησαν αρνητικά, με τους υπόλοιπους να μην έχουν λάβει ακόμη οριστική απόφαση.
Πρόκειται για άτομα που, σε πολλές περιπτώσεις, διαθέτουν εδώ και δύο χρόνια επίσημη διαβεβαίωση υποδοχής από τη γερμανική πολιτεία. Παρ’ όλα αυτά, η γερμανική πρεσβεία στο Ισλαμαμπάντ είτε αρνείται την έκδοση βίζας είτε προχωρά σε ακύρωση ήδη εκδοθέντων εγγράφων, δημιουργώντας ένα καθεστώς νομικής και υπαρξιακής αβεβαιότητας για τους αιτούντες.
Νομικές μάχες και πολιτική στροφή
Η στάση των Αφγανών προσφύγων ενισχύεται από πρόσφατες δικαστικές εξελίξεις. Σε δεκάδες περιπτώσεις, γερμανικά δικαστήρια εξέδωσαν διαταγές για άμεση χορήγηση άδειας εισόδου, κινήσεις που υποστηρίχθηκαν νομικά από τη Μη Κυβερνητική Οργάνωση «Kabul Luftbrücke». Η αποδοχή του χρηματικού πακέτου από την πλευρά των αιτούντων θα σήμαινε νομικά την οριστική και αμετάκλητη παραίτησή τους από τη δεσμευτική υπόσχεση υποδοχής στη Γερμανία, κάτι που οι περισσότεροι φαίνεται να μην διαπραγματεύονται.
Το ζήτημα έχει τις ρίζες του στην περίοδο μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν τον Αύγουστο του 2021, όταν η τότε κυβέρνηση συνασπισμού (Ampel) χορήγησε υποσχέσεις ασύλου σε πρώην συνεργάτες του γερμανικού στρατού και θεσμικών οργάνων, καθώς και σε ευάλωτες ομάδες όπως καλλιτέχνες, δικαστές και ακτιβιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ωστόσο, μετά την αλλαγή σκυτάλης στο Βερολίνο, η νέα κυβέρνηση υπό τον Καγκελάριο Friedrich Merz (CDU) και τον Υπουργό Εσωτερικών Alexander Dobrindt (CSU), προχώρησε σε αυστηροποίηση του πλαισίου.
Τον Μάιο, ο «μαυρο-κόκκινος» συνασπισμός περιόρισε δραστικά τις διαδικασίες υποδοχής. Στοιχεία που ήρθαν στο φως από ερώτηση της κοινοβουλευτικής ομάδας της Αριστεράς (Die Linke) αναφέρουν ότι σχεδόν οι μισοί από τους συνολικά 2.308 Αφγανούς που βρίσκονται σε καθεστώς αναμονής, ενδέχεται να αποκλειστούν από τη δυνατότητα εισόδου στη χώρα. Η δυνατότητα της κυβέρνησης να ακυρώνει υποσχέσεις για κάποιους ενώ προσφέρει χρήματα σε άλλους, απορρέει από τις διαφορετικές νομικές βάσεις των επιμέρους προγραμμάτων υποδοχής.
Επιδρομή στην Καμπούλ και εκκλήσεις για εκκένωση
Η κατάσταση κλιμακώθηκε δραματικά την Κυριακή, όταν στελέχη του καθεστώτος των Ταλιμπάν πραγματοποίησαν έφοδο σε «Safe House» στην πρωτεύουσα του Αφγανιστάν, Καμπούλ. Στον χώρο διέμεναν 79 άτομα τα οποία διέθεταν γερμανική υπόσχεση υποδοχής. Το περιστατικό προκάλεσε την έντονη αντίδραση της αντιπολίτευσης, η οποία ζητά άμεση αλλαγή στάσης από την ηγεσία του Υπουργείου Εσωτερικών και την Καγκελαρία.
Η βουλευτής των Πρασίνων, Schahina Gambir, μιλώντας στη «Süddeutsche Zeitung», κάλεσε τον Alexander Dobrindt και τον Friedrich Merz να εγκαταλείψουν την πεποίθηση ότι δεν υφίσταται πλέον πολιτικό ενδιαφέρον για τη διάσωση ανθρώπων από τα προγράμματα γέφυρας ή τις λίστες ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τόνισε ότι οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο ζωής μετά την επιδρομή και πρέπει να απομακρυνθούν αεροπορικώς από την Καμπούλ χωρίς άλλη καθυστέρηση.
