Ελβετία – Σε ριζική αναβάθμιση των δυνατοτήτων αεράμυνας προχωρά ο ελβετικός στρατός, καθώς το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat) σχεδιάζει την προμήθεια νέων, υπερσύγχρονων συστημάτων αναχαίτισης.
Η χώρα αυτή τη στιγμή διαθέτει εξαιρετικά περιορισμένες δυνατότητες προστασίας του εναέριου χώρου της απέναντι σε πυραύλους, βλήματα cruise ή επιθετικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Το υφιστάμενο οπλοστάσιο βασίζεται σε απαρχαιωμένα αντιαεροπορικά πυροβόλα 35 χιλιοστών της δεκαετίας του 1960, με δραστικό βεληνεκές μόλις τεσσάρων χιλιομέτρων, καθώς και στο κινητό σύστημα Stinger που επιχειρεί από τη δεκαετία του 1990 με εμβέλεια έξι χιλιομέτρων.
Αμφότερα τα συστήματα περιορίζονται σε μέγιστο ύψος 3.000 μέτρων, καθιστώντας τα ανεπαρκή για την πλήρη κάλυψη κρίσιμων εθνικών υποδομών.
Με το νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα, οι ένοπλες δυνάμεις επιδιώκουν να κλείσουν άμεσα αυτό το τεράστιο κενό ασφαλείας, επενδύοντας σε πολυεπίπεδα συστήματα και στην επιτήρηση από το διάστημα.
Η αναχαίτιση των μη επανδρωμένων αεροσκαφών
Το ελβετικό υπουργείο άμυνας σχεδιάζει να επενδύσει άμεσα 70 εκατομμύρια φράγκα για τη θωράκιση της χώρας έναντι μικρών και δυσδιάκριτων μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Αυτά τα συστήματα αποτελούν μια ταχέως αυξανόμενη απειλή για τον εναέριο χώρο, καθώς αξιοποιούνται τόσο για κατασκοπεία όσο και για στοχευμένες επιθέσεις σε στρατηγικές εγκαταστάσεις, όπως αεροδρόμια και δίκτυα παραγωγής ενέργειας.
Το τελευταίο διάστημα, παρόμοιες επιθέσεις έχουν καταγραφεί με αυξανόμενη συχνότητα σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο, γεγονός που επιτάχυνε τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Ο στρατός σκοπεύει να προμηθευτεί ένα ευέλικτο και κινητό σύστημα άμυνας, το οποίο θα μπορεί να εντοπίζει και να εξουδετερώνει τα μικρά drones.
Ο αρθρωτός σχεδιασμός του επιτρέπει την προσαρμογή σε διαφορετικά σενάρια επιχειρήσεων, χρησιμοποιώντας ένα πλέγμα αισθητήρων και συστημάτων εξουδετέρωσης, όπως παρεμβολείς σήματος ή συσκευές λέιζερ.
Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση του στρατού, ο συνδυασμός αυτών των μέσων κρίνεται ικανός να προστατεύσει αποτελεσματικά στρατιωτικές μονάδες, τον άμαχο πληθυσμό και τις κρίσιμες εγκαταστάσεις.
Η εισαγωγή του συστήματος στο στράτευμα προγραμματίζεται για το 2028, με την τελική επιλογή των εξαρτημάτων να γίνεται την τελευταία στιγμή, λόγω της ραγδαίας εξέλιξης της συγκεκριμένης τεχνολογίας.
Προστασία κρίσιμων υποδομών με συστήματα εγγύς άμυνας
Για την αεράμυνα μικρού βεληνεκούς, η οποία καλύπτει υψόμετρα έως 6.000 μέτρα, οι ένοπλες δυνάμεις στρέφονται στην εγχώρια βιομηχανία, επιλέγοντας ένα σύστημα της εταιρείας Rheinmetall Air Defence AG.
Το συγκεκριμένο οπλικό σύστημα βασίζεται σε ένα αντιαεροπορικό πυροβόλο 33 χιλιοστών, το οποίο μπορεί να τοποθετηθεί σε στρατιωτικά φορτηγά, εξασφαλίζοντας υψηλή κινητικότητα και ταχύτητα ανάπτυξης στο πεδίο.
Το κόστος της συγκεκριμένης επένδυσης ανέρχεται στα 800 εκατομμύρια φράγκα και η πλήρης ένταξή του στις επιχειρησιακές μονάδες αναμένεται επίσης το 2028.
Κύρια αποστολή του νέου συστήματος είναι η δημιουργία μιας ομπρέλας προστασίας πάνω από ζωτικής σημασίας πολιτικές και στρατιωτικές υποδομές, όπως εργοστάσια παραγωγής ενέργειας, στρατιωτικά αεροδρόμια και κέντρα διοικητικής υποστήριξης.
Η ειδική τεχνολογία του περιστροφικού πυροβόλου του επιτρέπει τη βολή διαφορετικών τύπων πυρομαχικών, δίνοντας του τη δυνατότητα να αντιμετωπίζει ένα ευρύ φάσμα εναέριων απειλών, συμπεριλαμβανομένων drones διαφόρων μεγεθών.
Η ομοσπονδιακή υπηρεσία εξοπλισμών έκρινε περιττή μια χρονοβόρα διαδικασία αξιολόγησης, καθώς το σύστημα φέρεται να χρησιμοποιείται ήδη με μεγάλη επιτυχία από διάφορους ευρωπαϊκούς στρατούς.
Ενίσχυση της μέσης ακτίνας δράσης με νέα κονδύλια
Στο μεσαίο υψόμετρο, το οποίο φτάνει έως τα 8.000 μέτρα, η αεράμυνα θα βασιστεί στο υπερσύγχρονο σύστημα Iris-T.
Ήδη από το εξοπλιστικό πρόγραμμα του 2024, το κοινοβούλιο είχε εγκρίνει τη διάθεση 660 εκατομμυρίων φράγκων για την απόκτηση πέντε τέτοιων συστοιχιών, με στόχο την αναχαίτιση πυραύλων cruise, τακτικών drones και μαχητικών αεροσκαφών.
Αυτά τα πέντε αρχικά συστήματα αναμένεται να είναι πλήρως επιχειρησιακά μέχρι το 2028, παρέχοντας μια πρώτη ισχυρή γραμμή άμυνας για τον εναέριο χώρο της χώρας.
Ωστόσο, το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο κρίνει πλέον ότι η αρχική παραγγελία δεν επαρκεί για την κάλυψη των αυξημένων γεωπολιτικών αναγκών.
Προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία μεγαλύτερης γεωγραφικής έκτασης και επιπλέον στρατηγικών εγκαταστάσεων, η κυβέρνηση ζητά την έγκριση ενός νέου πιστωτικού ορίου ύψους ενός δισεκατομμυρίου φράγκων.
Το ποσό αυτό θα διατεθεί για την αγορά δύο επιπλέον συστημάτων Iris-T από τη γερμανική κατασκευάστρια εταιρεία Diehl Defence, τα οποία σχεδιάζεται να τεθούν σε πλήρη ετοιμότητα έως το 2030, ολοκληρώνοντας την πολυεπίπεδη αμυντική αρχιτεκτονική.
Διαστημικό πρόγραμμα και κατασκοπευτικοί δορυφόροι
Παράλληλα με τον εκσυγχρονισμό της επίγειας αεράμυνας, ο στρατηγικός σχεδιασμός επεκτείνεται δυναμικά και στο διάστημα, έναν τομέα όπου οι ελβετικές ένοπλες δυνάμεις διατηρούν μέχρι σήμερα ελάχιστη παρουσία.
Το υπουργείο άμυνας έχει εκπονήσει ένα ολοκληρωμένο διαστημικό δόγμα, με κεντρικό πυλώνα την κατασκευή ενός εγχώριου πρωτότυπου κατασκοπευτικού δορυφόρου.
Η πλατφόρμα αυτή θα παρέχει δυνατότητες παθητικής αναγνώρισης, επιτρέποντας τον εντοπισμό επίγειων σταθμών ραντάρ και συστημάτων μετάδοσης δεδομένων, ενισχύοντας καθοριστικά την πρόγνωση απειλών.
Η ανάπτυξη του πρωτοτύπου πραγματοποιείται σε στενή συνεργασία με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διαστήματος (ESA) και άλλες συμμαχικές χώρες, διασφαλίζοντας την πρόσβαση σε τεχνογνωσία αιχμής.
Στόχος της στρατιωτικής ηγεσίας είναι η επίτευξη βιομηχανικής ωριμότητας μεσοπρόθεσμα, ώστε οι μελλοντικοί δορυφόροι να παράγονται μαζικά και με χαμηλότερο κόστος.
Για την αρχική φάση δημιουργίας αυτών των διαστημικών ικανοτήτων και των απαραίτητων επίγειων υποδομών, έχει ζητηθεί πίστωση 30 εκατομμυρίων φράγκων, με τον ορίζοντα υλοποίησης να τοποθετείται στο 2027.