Γερμανία – Μια ανησυχητική αυξητική τάση καταγράφεται στο φαινόμενο της αδήλωτης εργασίας στη Γερμανία, με εκατομμύρια πολίτες να στρέφονται στην παραοικονομία είτε ως μέσο επιβίωσης είτε ως στρατηγική αποφυγής των υψηλών φορολογικών επιβαρύνσεων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών, η σκιώδης οικονομία αγγίζει πλέον δυσθεώρητα ύψη, στερώντας από τα δημόσια ταμεία πόρους δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, την ώρα που το επίσημο κράτος δυσκολεύεται να ελέγξει την κατάσταση σε κρίσιμους τομείς όπως η γαστρονομία, οι κατασκευές και η οικιακή φροντίδα.
Η οικονομική πίεση, σε συνδυασμό με τα συσσωρευμένα χρέη και το αυξημένο κόστος διαβίωσης, οδηγεί πολλούς λήπτες κοινωνικών επιδομάτων σε μια παράλληλη επαγγελματική δραστηριότητα, η οποία παραμένει αόρατη για τις φορολογικές αρχές αλλά ζωτική για την καθημερινότητά τους.
Η περίπτωση της Sabine: Μεταξύ Bürgergeld και παρανομίας
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της κατάστασης αποτελεί η περίπτωση της Sabine (το όνομα έχει αλλάξει για λόγους προστασίας), η οποία ζει σε μεγάλη γερμανική πόλη. Επίσημα, είναι εγγεγραμμένη ως άνεργη και λαμβάνει το επίδομα πολίτη (Bürgergeld), ύψους περίπου 600 ευρώ. Ωστόσο, στην πραγματικότητα εργάζεται παράνομα σε νυχτερινές βάρδιες στον κλάδο της εστίασης.
Η οικονομική της εξίσωση είναι αποκαλυπτική: Τα πάγια έξοδα (ενοίκιο, ρεύμα, τηλέφωνο, εισιτήριο Deutschlandticket) απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του επιδόματος, αφήνοντας διαθέσιμα μόλις 300 ευρώ για διατροφή και ένδυση. Με χρέη που ανέρχονται σε χιλιάδες ευρώ, η Sabine δηλώνει πως η «μαύρη» εργασία είναι μονόδρομος. Από την παράνομη απασχόλησή της εισπράττει περίπου 2.000 ευρώ τον μήνα, ποσό που καταβάλλεται αποκλειστικά σε μετρητά («στο χέρι»).
Η ίδια περιγράφει τις συνθήκες ως εξαντλητικές και χαοτικές, χωρίς εργασιακά δικαιώματα ή σταθερό πρόγραμμα. Παρά τον φόβο των κυρώσεων, θεωρεί ότι ένας νόμιμος μισθός ή μια νόμιμη συμπληρωματική απασχόληση (Minijob) δεν θα της επέτρεπε να εξυπηρετήσει τα χρέη της και να επιβιώσει, δεδομένης της φορολογικής επιβάρυνσης.
Η «μαύρη τρύπα» των 538 δισεκατομμυρίων ευρώ
Το φαινόμενο δεν αφορά μεμονωμένες περιπτώσεις. Σύμφωνα με ανάλυση του Ινστιτούτου της Γερμανικής Οικονομίας (IW), περισσότερα από τρία εκατομμύρια άτομα εργάζονται ετησίως χωρίς να δηλώνουν τα εισοδήματά τους. Η συνολική αξία της σκιώδους οικονομίας υπολογίζεται πλέον στα 538 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 11,6% του γερμανικού ΑΕΠ.
Ο οικονομικός αντίκτυπος για το κράτος είναι τεράστιος. Ο καθηγητής Dominik Enste από το IW εκτιμά ότι οι απώλειες από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές φτάνουν τα 40 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Η αυξητική τάση αποδίδεται στην οικονομική αβεβαιότητα, η οποία ωθεί τόσο τους εργαζόμενους όσο και τις επιχειρήσεις να αναζητήσουν φθηνότερες, παράτυπες λύσεις.
Οι κλάδοι «υψηλού κινδύνου» και η αδυναμία ελέγχου
Ορισμένοι τομείς της οικονομίας παρουσιάζουν ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά παραβατικότητας. Σύμφωνα με τον Dominik Enste, η οικοδομή κατέχει τα πρωτεία λόγω της φύσης της χειρωνακτικής εργασίας, ενώ ακολουθούν η εστίαση και το ταξί, όπου η συναλλαγή με μετρητά διευκολύνει την απόκρυψη εσόδων.
Ωστόσο, το μεγαλύτερο ποσοστό αδήλωτης εργασίας εντοπίζεται στα νοικοκυριά. Εκτιμάται ότι περίπου το 90% των οικιακών βοηθών απασχολείται χωρίς ασφάλιση. Ο έλεγχος σε αυτόν τον τομέα είναι πρακτικά αδύνατος λόγω της συνταγματικής προστασίας του ασύλου της κατοικίας. «Ο κίνδυνος να συλληφθεί κάποιος και τελικά να τιμωρηθεί βρίσκεται σε επίπεδα χιλιοστών», επισημαίνει ο Dominik Enste, τονίζοντας τη δυσκολία τεκμηρίωσης των παραβάσεων εντός των ιδιωτικών οικιών.
Τα κίνητρα και η κρατική απάντηση
Οι λόγοι που ωθούν τους πολίτες στην παρανομία ποικίλλουν. Πέρα από την καθαρή επιβίωση για τους λήπτες επιδομάτων, σημαντικό ρόλο παίζουν οι οικογενειακές υποχρεώσεις, όπως η καταβολή διατροφής μετά από διαζύγιο, αλλά και η ανάγκη συμπλήρωσης εισοδήματος για όσους εργάζονται ήδη με καθεστώς μερικής απασχόλησης. Για τις επιχειρήσεις, η αδήλωτη εργασία προσφέρει σημαντική μείωση κόστους, καθιστώντας τες πιο ανταγωνιστικές σε περιόδους κρίσης.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επιχειρεί να αντιστρέψει την κατάσταση ενισχύοντας τον μηχανισμό Οικονομικού Ελέγχου της Αδήλωτης Εργασίας (Finanzkontrolle Schwarzarbeit) των τελωνειακών αρχών (Zoll). Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει την καλύτερη αξιοποίηση δεδομένων και τη διενέργεια πιο στοχευμένων και ψηφιακά υποβοηθούμενων ελέγχων, σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η αιμορραγία των κρατικών εσόδων.