ΑΘΗΝΑ – Μια ενδιαφέρουσα αντίφαση χαρακτηρίζει την ελληνική πραγματικότητα όσον αφορά τη συνταξιοδότηση: ενώ η χώρα καταγράφει χαμηλές επιδόσεις σε δείκτες εισοδήματος και κινδύνου φτώχειας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναδεικνύεται ταυτόχρονα σε έναν από τους πλέον ελκυστικούς προορισμούς για τους Γερμανούς συνταξιούχους. Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον σταθερά στην κορυφαία πεντάδα των χωρών που επιλέγουν οι Γερμανοί για να εγκατασταθούν μετά την αποχώρησή τους από την ενεργό δράση.
Η στρατηγική της ελληνικής πολιτείας να θεσπίσει φορολογικά κίνητρα για την προσέλκυση αλλοδαπών συνταξιούχων φαίνεται πως αποδίδει καρπούς, με στόχο την τόνωση της εθνικής οικονομίας. Ωστόσο, το εσωτερικό τοπίο για τους Έλληνες ασφαλισμένους διέπεται από αυστηρούς κανόνες που διαμορφώθηκαν μετά τη δημοσιονομική προσαρμογή. Το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης έχει ανέλθει στα 67 έτη, από τα 62 που ίσχυε στο παρελθόν, ενώ για την εξασφάλιση πλήρους σύνταξης απαιτούνται περίπου 40 έτη εισφορών.
Η δομή του συστήματος και ο e-ΕΦΚΑ
Το ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα υπέστη ριζική αναμόρφωση το 2017, στον απόηχο της οικονομικής κρίσης. Η δημιουργία του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ) ως ενιαίου κύριου φορέα αποτέλεσε τον πυρήνα της ενοποίησης. Το σύστημα βασίζεται στη συμμετοχή εργοδοτών και εργαζομένων, περιλαμβάνοντας την εθνική σύνταξη, το ανταποδοτικό μέρος που εξαρτάται από τα έτη ασφάλισης και το εισόδημα, καθώς και τις επικουρικές παροχές.
Ένα κρίσιμο στοιχείο που διαφοροποιεί την ποιότητα ζωής των Ελλήνων συνταξιούχων σε σχέση με τους Γερμανούς είναι η ιδιοκατοίκηση. Στην Ελλάδα, το 70% των συνταξιούχων διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία, ποσοστό που λειτουργεί ως ανάχωμα στις οικονομικές πιέσεις. Αντιθέτως, στη Γερμανία καταγράφεται το χαμηλότερο ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην ΕΕ, μόλις 47%, τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κυμαίνεται στο 69%.
Δημοσιονομικό κόστος και δημογραφική πίεση
Παρά τις μεταρρυθμίσεις, το κόστος του συνταξιοδοτικού παραμένει δυσανάλογα υψηλό για τα δημόσια οικονομικά. Η Ελλάδα δαπανά το 14,4% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) για συντάξεις, ποσοστό που υπερβαίνει σημαντικά τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό. Το πρόβλημα οξύνεται από τη δημογραφική γήρανση και τα χαμηλά ποσοστά γεννήσεων, παράγοντες που θέτουν σε δοκιμασία τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του συστήματος. Σε επίπεδο δεικτών ευημερίας, όπως το εισόδημα, η μακροχρόνια ανεργία και ο κίνδυνος φτώχειας, η χώρα εξακολουθεί να καταλαμβάνει τις τελευταίες θέσεις στην ευρωπαϊκή κατάταξη.
