Ελλάδα – Η συνολική αξία των διμερών εμπορικών συναλλαγών ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γερμανία ανήλθε στα 13,1 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2025, αποτυπώνοντας μια σταθερή αυξητική τάση τόσο στις εξαγωγές όσο και στις εισαγωγές αγαθών μεταξύ των δύο ευρωπαϊκών κρατών.
Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία που δημοσιοποίησε η γερμανική Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία (Destatis) και το αναλυτικό ενημερωτικό σημείωμα που εξέδωσε η ελληνική πρεσβεία στο Βερολίνο, η συγκεκριμένη εμπορική εξέλιξη συνοδεύτηκε από την ταυτόχρονη διεύρυνση του εγχώριου εμπορικού ελλείμματος έναντι της γερμανικής αγοράς.
Η Γερμανία αποτελεί παραδοσιακά έναν από τους ισχυρότερους εμπορικούς εταίρους, και τα δεδομένα του τρέχοντος έτους επιβεβαιώνουν τη διατήρηση των ισχυρών δεσμών.
Αναλύοντας ειδικότερα τα επίσημα δεδομένα, οι ελληνικές εξαγωγές προς τη Γερμανία κατέγραψαν αξιοσημείωτη άνοδο της τάξης του 5,15%, φτάνοντας σε απόλυτους αριθμούς τα 3,67 δισεκατομμύρια ευρώ.
Την ίδια ώρα, οι εισαγωγές γερμανικών προϊόντων στην Ελλάδα ενισχύθηκαν με ακόμη ταχύτερο ρυθμό, αγγίζοντας το 9,2% και διαμορφούμενες πλέον στα 9,44 δισεκατομμύρια ευρώ.
Η δυσανάλογη αυτή αύξηση των εισαγωγών σε σχέση με την πορεία των εξαγωγών, οδήγησε αναπόφευκτα το εμπορικό έλλειμμα της Ελλάδας να αυξηθεί κατά 11,9%, προσεγγίζοντας συνολικά τα 5,77 δισεκατομμύρια ευρώ για το εξεταζόμενο δωδεκάμηνο.
Το γεγονός αυτό καταδεικνύει την αυξημένη εξάρτηση σε ορισμένες κατηγορίες βιομηχανικών αγαθών, διατηρώντας το ισοζύγιο σε ελλειμματική τροχιά, παρά την προσπάθεια ενίσχυσης της εξωστρέφειας των εγχώριων επιχειρήσεων προς την κεντρική Ευρώπη.
Η δυναμική των ελληνικών προϊόντων στη γερμανική αγορά
Η σύνθεση των ελληνικών προϊόντων που κατευθύνονται με επιτυχία στη γερμανική αγορά παρουσιάζει μια σταθερή και συγκεκριμένη δυναμική, βασισμένη σε στρατηγικούς τομείς της εγχώριας παραγωγής.
Στην κορυφή της σχετικής λίστας των εξαγωγών κατατάσσονται οι ηλεκτρικές μηχανές, καταγράφοντας συνολική αξία 481,8 εκατομμυρίων ευρώ, μέγεθος που αντιπροσωπεύει το 13,1% του συνόλου των εξαγωγών προς τη Γερμανία.
Αμέσως μετά, ακολουθεί το αλουμίνιο και τα διάφορα τεχνουργήματα αυτού, με συνολική αξία 376,8 εκατομμυρίων ευρώ, καταλαμβάνοντας μερίδιο 10,3% των συνολικών εξαγωγών.
Σημαντική είναι και η συμβολή του φαρμακευτικού κλάδου, με τα φαρμακευτικά προϊόντα να ανέρχονται στα 336 εκατομμύρια ευρώ, αποτελώντας το 9,2%.
Ο κατάλογος των κορυφαίων εξαγώγιμων ειδών συμπληρώνεται από τα γαλακτοκομικά προϊόντα, με αξία 301,5 εκατομμύρια ευρώ, τα οποία κατέχουν το 8,2%, καθώς και από τα βρώσιμα φρούτα και τους καρπούς, τα οποία απέφεραν 288,4 εκατομμύρια ευρώ, φτάνοντας το 7,9% επί του συνόλου.
Στον αντίποδα της εμπορικής δραστηριότητας, η Ελλάδα προμηθεύεται από τη γερμανική παραγωγή είδη υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Συγκεκριμένα, οι εισαγωγές εστιάζονται πρωτίστως σε φαρμακευτικά είδη, βιομηχανικές μηχανές, οργανικά χημικά προϊόντα, μηχανοκίνητα οχήματα, καθώς και διάφορες ηλεκτρικές μηχανές και συσκευές που καλύπτουν τις εγχώριες ανάγκες.
Η γενική εικόνα του γερμανικού εξωτερικού εμπορίου
Σε ευρύτερο παγκόσμιο επίπεδο, η συνολική αξία των γερμανικών εξαγωγών αγαθών για το 2025 προσέγγισε το εντυπωσιακό νούμερο του 1,56 τρισεκατομμυρίου ευρώ, σύμφωνα πάντα με τα επίσημα στοιχεία της αρμόδιας στατιστικής αρχής Destatis.
Το μέγεθος αυτό καταδεικνύει μια οριακή αύξηση της τάξης του 0,9% σε σύγκριση με τα αντίστοιχα καταγεγραμμένα μεγέθη του προηγούμενου έτους, ήτοι του 2024.
Στον τομέα των εισαγωγών, η γερμανική οικονομία απορρόφησε αγαθά συνολικής αξίας 1,36 τρισεκατομμυρίου ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση σε ποσοστό 4,3%.
Η συγκεκριμένη διαφοροποίηση στους ρυθμούς ανάπτυξης των δύο βασικών εμπορικών μεγεθών είχε ως άμεσο αποτέλεσμα τη συμπίεση του γερμανικού εμπορικού πλεονάσματος.
Ειδικότερα, το εν λόγω πλεόνασμα υποχώρησε στα 200,4 δισεκατομμύρια ευρώ, παρουσιάζοντας αισθητή μείωση από τα 242,9 δισεκατομμύρια ευρώ που είχαν καταγραφεί επίσημα κατά το προηγούμενο έτος.
Η γενικότερη αυτή πορεία επιβεβαιώνει τις διακυμάνσεις που υφίσταται το διεθνές εμπορικό σύστημα, επηρεάζοντας άμεσα τις μεγάλες εξαγωγικές οικονομίες όπως η γερμανική, η οποία καλείται να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα των εισαγωγικών αναγκών της και του διεθνούς ανταγωνισμού που αυξάνεται ραγδαία.
Η ενίσχυση των εισαγωγών αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την εσωτερική ζήτηση για τεχνολογικό εξοπλισμό και πρώτες ύλες, στοιχεία απολύτως απαραίτητα για την ομαλή λειτουργία της βαριάς βιομηχανίας της χώρας.
Ο ρόλος της Κίνας και των Ηνωμένων Πολιτειών
Στον παγκόσμιο χάρτη των εμπορικών συναλλαγών, η Κίνα διατήρησε με σταθερότητα την πρώτη θέση μεταξύ των σημαντικότερων εμπορικών εταίρων της Γερμανίας, με τον συνολικό όγκο του διμερούς εμπορίου να ανέρχεται στα 251,8 δισεκατομμύρια ευρώ, αυξημένος κατά 2,1%.
Το εμπορικό έλλειμμα της Γερμανίας έναντι της Κίνας διαμορφώθηκε στα 89 δισεκατομμύρια ευρώ, καθώς ο όγκος των εισαγωγών ανήλθε στα 171 δισεκατομμύρια ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 8,8%.
Οι κινεζικές εισαγωγές εστιάζονται παραδοσιακά σε εξοπλισμό επεξεργασίας δεδομένων, ηλεκτρικά και οπτικά προϊόντα συνολικής αξίας 50,9 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Ακολουθεί ο ηλεκτρικός εξοπλισμός, ο οποίος άγγιξε τα 32,8 δισεκατομμύρια ευρώ, και τα βιομηχανικά μηχανήματα με αξία 13,9 δισεκατομμύρια ευρώ.
Στη δεύτερη θέση των εμπορικών εταίρων βρέθηκαν οι Ηνωμένες Πολιτείες με όγκο 240,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, καταγράφοντας συνολική πτώση 5%.
Οι αμερικανικές αγορές παρέμειναν ο σημαντικότερος πελάτης των γερμανικών εξαγωγών, παρά τη μείωσή τους κατά 9,4% στα 146,2 δισεκατομμύρια ευρώ.
Τα μηχανοκίνητα οχήματα κατέλαβαν τη μερίδα του λέοντος με 28,5 δισεκατομμύρια ευρώ, ακολουθούμενα από τα φαρμακευτικά προϊόντα με 28 δισεκατομμύρια.
Το πλεόνασμα με τις ΗΠΑ συρρικνώθηκε περαιτέρω, αγγίζοντας τα 51,9 δισεκατομμύρια ευρώ έναντι 69,6 το προηγούμενο έτος.
Τέλος, την τρίτη θέση στη λίστα των κορυφαίων εταίρων κατέλαβε η Ολλανδία, σημειώνοντας όγκο διμερούς εμπορίου ύψους 209,1 δισεκατομμυρίων ευρώ, ο οποίος εμφανίζεται αυξημένος κατά 3,3%.