Ελλάδα – Η ενίσχυση του ψηφιακού οπλοστασίου της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων αποδίδει καρπούς, καθώς η αυξημένη στόχευση των ελέγχων αποκαλύπτει εκτεταμένες εστίες απόκρυψης εισοδημάτων σε κομβικούς τομείς της οικονομίας.
Τα επίσημα δεδομένα των φορολογικών ελέγχων για το 2025 επιβεβαιώνουν τη συστηματική ανθεκτικότητα της φοροδιαφυγής, με τη μέση παραβατικότητα να αγγίζει πλέον το 29,7%, σημειώνοντας άνοδο από το 27,1% της προηγούμενης χρονιάς.
Παρά το γεγονός ότι ο συνολικός όγκος των επιτόπιων ελέγχων μειώθηκε κατά 16%, δηλαδή πραγματοποιήθηκαν 9.000 λιγότεροι έλεγχοι σε σύγκριση με το 2024, η αποδοτικότητά τους αποδείχθηκε αισθητά μεγαλύτερη, καθώς το ποσοστό των παραβατών που εντοπίστηκαν κατέγραψε αύξηση της τάξης του 10%.
Σύμφωνα με τον επίσημο απολογισμό που παρουσίασε ο διοικητής της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, Γιώργος Πιτσιλής, ο κρατικός ελεγκτικός μηχανισμός διεξήγαγε περισσότερους από 290.000 ελέγχους και επιτόπιες έρευνες σε επιχειρήσεις που παρουσίαζαν υψηλό προφίλ κινδύνου.
Αυτή η συντονισμένη προσπάθεια στη μάχη κατά της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου είχε ως άμεσο αποτέλεσμα τον καταλογισμό φόρων, προστίμων, τελών και δασμών που ανέρχονται στο συνολικό ύψος των 3,1 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Ο χάρτης των παραβάσεων ανά επαγγελματικό κλάδο
Την πρώτη θέση στη λίστα της παραβατικότητας καταλαμβάνουν πλέον τα συνεργεία επισκευής οχημάτων και μοτοσυκλετών, τα οποία βρέθηκαν στο επίκεντρο αντιπαραθέσεων το περασμένο καλοκαίρι λόγω της εφαρμογής του ψηφιακού πελατολογίου από την 1η Ιουλίου.
Οι διαπιστώσεις φοροδιαφυγής στον συγκεκριμένο κλάδο αυξήθηκαν ραγδαία στο 61% το 2025, έναντι 59,2% το 2024 και 57,8% το 2023, επιβεβαιώνοντας την εκτίμηση του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για τη συστηματική απόκρυψη φορολογητέας ύλης.
Στους κλάδους της παροχής υπηρεσιών υγείας και λοιπών προσωπικών υπηρεσιών, η παραβατικότητα παραμένει σταθερά υψηλή, διαμορφούμενη ετησίως στο επίπεδο του 50% με 54%, γεγονός που μεταφράζεται σε παράβαση σε μία στις δύο ελεγχόμενες περιπτώσεις.
Σημαντική επιδείνωση καταγράφεται και στον τομέα της εστίασης, όπου από 27,5% το 2023, το ποσοστό ανήλθε στο 31,7% το 2024 και άγγιξε το 32,4% το 2025, ενώ στον κλάδο των καταλυμάτων η παραβατικότητα διαμορφώθηκε στο 31,6%, επιστρέφοντας στα επίπεδα του ένας στους τρεις, μετά τη μικρή κάμψη του 2024.
Στον αντίποδα, οι εταιρείες μεταφορών, ταχυμεταφορών και τα βυτιοφόρα, αν και διατηρούν υψηλά ποσοστά, εμφανίζουν μια σταδιακή πτωτική τάση, υποχωρώντας στο 58,1% το 2025 από 60,8% που είχαν καταγράψει την αμέσως προηγούμενη χρονιά.
Η γεωγραφική κατανομή και οι αυστηρές κυρώσεις
Τα στατιστικά στοιχεία της φορολογικής διοίκησης αναδεικνύουν σαφείς διαφοροποιήσεις ως προς την ένταση του προβλήματος στις διάφορες περιφέρειες της χώρας, με τη Δυτική Ελλάδα να καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό παραβατικότητας φτάνοντας το 39,9% σε σύνολο 3.246 ελέγχων.
Ακολουθούν με μικρή διαφορά η Πελοπόννησος με 39,6% και η Θεσσαλία με 38,2%, ενώ ιδιαίτερα αυξημένα ποσοστά σημειώθηκαν και στις φορολογικές περιφέρειες των Πατρών και του Πειραιά, ιδίως όσον αφορά τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν εκτός έδρας.
Κατά τη διάρκεια του 2025 υλοποιήθηκαν συνολικά 47.602 μερικοί επιτόπιοι έλεγχοι πρόληψης, υπερβαίνοντας σημαντικά τον αρχικό στόχο των 25.400 ελέγχων, μέσα από τους οποίους προέκυψαν 11.146 περιπτώσεις με τουλάχιστον μία παράβαση, αθροίζοντας συνολικά 178.718 μεμονωμένες παραβάσεις.
Στο μέτωπο των κυρώσεων, οι ελεγκτικές αρχές προχώρησαν στην αναστολή λειτουργίας για 680 επαγγελματικές εγκαταστάσεις και στην επιβολή ειδικών χρηματικών κυρώσεων σε 293 επιχειρήσεις, με τις ποινές να επικεντρώνονται κυρίως στην εστίαση, το λιανεμπόριο και τον πρωτογενή τομέα.
Η ψηφιακή μετάβαση του ελεγκτικού μηχανισμού
Λόγω της συνεχιζόμενης παραβατικότητας, η ηγεσία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων ξεκαθαρίζει ότι η λύση απέναντι στις παραδοσιακές μεθόδους απόκρυψης εισοδημάτων περνά αποκλειστικά μέσα από την ενίσχυση των διασταυρώσεων και την παρακολούθηση δεδομένων σε πραγματικό χρόνο.
Για το 2026, ο ελεγκτικός σχεδιασμός προβλέπει την καθολική εφαρμογή του ψηφιακού δελτίου αποστολής, καθώς από την 1η Μαΐου καθίσταται υποχρεωτική η διαβίβαση των δεδομένων της δεύτερης φάσης στην πλατφόρμα myDATA, βάσει της σχετικής απόφασης του υπουργείου.
Μέσω αυτού του εργαλείου, οι φορολογικές αρχές αποκτούν τη δυνατότητα να παρακολουθούν αδιάλειπτα τη διακίνηση των αγαθών, αποτρέποντας τις κρυφές πωλήσεις και τη χρήση εικονικών τιμολογίων, ταυτόχρονα με την πλήρη ενεργοποίηση της ηλεκτρονικής τιμολόγησης.
Τέλος, το νέο μοντέλο ελέγχου ενσωματώνει προηγμένα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης και τη δημιουργία ενός δυναμικού ψηφιακού προφίλ για κάθε φορολογούμενο, εργαλεία που αναμένεται να προσφέρουν ταχύτερο εντοπισμό των ύποπτων συναλλαγών και αποδοτικότερη χαρτογράφηση του φορολογικού κινδύνου.