Ελλάδα – Σε καθεστώς εκτεταμένων αυτοματοποιημένων ελέγχων περνούν πλέον τα περιουσιακά στοιχεία των φορολογουμένων, καθώς το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έθεσε σε δημόσια διαβούλευση το νέο σχέδιο νόμου.
Η φορολογική διοίκηση αποκτά πλέον πλήρη και άμεση πρόσβαση σε τραπεζικά δεδομένα, επενδυτικά χαρτοφυλάκια και συναλλαγές ψηφιακών νομισμάτων. Το νέο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο ενσωματώνει σχετικές ευρωπαϊκές οδηγίες, επιφέρει δομικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο οι αρχές παρακολουθούν και διασταυρώνουν τα εισοδήματα. Παράλληλα, αναμορφώνεται το σύστημα επιβολής κυρώσεων, ενώ θεσπίζονται αυστηρότεροι κανόνες για τη χρήση μετρητών στην αγορά.
Κεντρικό ρόλο στο νέο σύστημα ελέγχων αναλαμβάνει ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου, ο οποίος θα λειτουργεί ως το βασικό εργαλείο ταυτοποίησης για τη σύνδεση όλων των οικονομικών δεδομένων που προέρχονται από το εσωτερικό και το εξωτερικό. Οι τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται πλέον να διαβιβάζουν αναλυτικά στοιχεία που δεν περιορίζονται σε αποσπασματικές πληροφορίες.
Συγκεκριμένα, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων θα λαμβάνει την πλήρη εικόνα για κάθε δηλωτέο λογαριασμό, η οποία θα περιλαμβάνει το ακριβές υπόλοιπο στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους, τους παραγόμενους τόκους, τα μερίσματα και κάθε άλλη μορφή εισοδήματος.
Επιπρόσθετα, θα δηλώνονται τα ακαθάριστα έσοδα από πωλήσεις χρηματοοικονομικών προϊόντων, τα πλήρη στοιχεία ταυτοποίησης των δικαιούχων, καθώς και ο ακριβής αριθμός των συνδικαιούχων στους κοινούς λογαριασμούς. Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται μια καθαρή εικόνα της πραγματικής ρευστότητας των πολιτών.
Το νέο καθεστώς ελέγχου για τα κρυπτονομίσματα και τις τραπεζικές καταθέσεις
Η ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής οδηγίας φέρνει για πρώτη φορά στο επίκεντρο του φορολογικού ενδιαφέροντος την αγορά των ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων. Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων εντάσσονται σε ένα αυστηρό σύστημα υποχρεωτικής αναφοράς, παραδίδοντας στις αρχές τα δεδομένα των χρηστών και τις αναλυτικές κινήσεις τους.
Για τον σκοπό αυτό, δημιουργείται ένα κεντρικό ευρετήριο το οποίο θα επιτρέπει τη συνδυαστική ανάλυση των πληροφοριών σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να εντοπίζονται άμεσα τα κεφαλαιακά κέρδη και οι μεταφορές πόρων που μέχρι πρότινος διέφευγαν της προσοχής των ελεγκτικών μηχανισμών.
Η μη συμμόρφωση των παρόχων συνοδεύεται από μια νέα κλίμακα χρηματικών ποινών. Το πλαίσιο προβλέπει κυρώσεις ύψους 100 ευρώ για την εκπρόθεσμη υποβολή στοιχείων, 300 ευρώ για ανακριβείς αναφορές και 1.000 ευρώ σε περίπτωση που αγνοηθεί επίσημο αίτημα της φορολογικής διοίκησης.
Τα πρόστιμα κλιμακώνονται στα 2.500 ευρώ αν διαπιστωθεί άρνηση συνεργασίας κατά τη διάρκεια ελέγχου, ενώ αγγίζουν τα 5.000 ευρώ όταν καταγράφεται συνεχιζόμενη μη συμμόρφωση μετά την ολοκλήρωση της ελεγκτικής διαδικασίας.
Η αυστηροποίηση αυτή επιδιώκει να δημιουργήσει ένα διαφανές περιβάλλον στις ψηφιακές συναλλαγές, εξισώνοντας ουσιαστικά την αντιμετώπισή τους με τα παραδοσιακά χρηματοοικονομικά προϊόντα.
Οι ελεγκτικές αρχές αποκτούν πλέον τα απαραίτητα ψηφιακά εργαλεία για να χαρτογραφήσουν την πραγματική περιουσιακή κατάσταση των ελεγχόμενων φυσικών και νομικών προσώπων, μηδενίζοντας τα περιθώρια απόκρυψης αδήλωτων κεφαλαίων.
Αυστηρά όρια στις συναλλαγές με μετρητά και διαγραφή φορολογικών προστίμων
Σημαντικές παρεμβάσεις καταγράφονται και στην καθημερινή λειτουργία της αγοράς, με το υπουργείο να βάζει οριστικό τέλος στην πρακτική της κατάτμησης των συναλλαγών. Βάσει των νέων ρυθμίσεων, το όριο των 500 ευρώ για πληρωμές με μετρητά θα υπολογίζεται πλέον στο συνολικό ύψος της συναλλαγής και όχι ανά επιμέρους φορολογικό στοιχείο.
Εάν ένας καταναλωτής προμηθευτεί αγαθά ή υπηρεσίες που υπερβαίνουν το συγκεκριμένο ποσό, απαγορεύεται αυστηρά η εξόφληση με φυσικό χρήμα, ακόμη και αν η επιχείρηση εκδώσει πολλαπλές αποδείξεις μικρότερης αξίας. Η παράβαση αυτού του κανόνα επισύρει βαρύτατο πρόστιμο, το οποίο αντιστοιχεί στο διπλάσιο της αξίας που καταβλήθηκε σε μετρητά.
Στον αντίποδα, το νομοσχέδιο εισάγει ρυθμίσεις που ανακουφίζουν συγκεκριμένες κατηγορίες φορολογουμένων. Προβλέπεται η αναδρομική διαγραφή ή ο συμψηφισμός προστίμων ύψους 250 και 500 ευρώ που είχαν επιβληθεί από τις 19 Απριλίου 2024 για πιστωτικές ή μηδενικές δηλώσεις.
Επιπλέον, οι ανήλικοι εξαιρούνται από τα πρόστιμα εκπρόθεσμης υποβολής, μια πρόβλεψη που καλύπτει αναδρομικά και τις γονικές δηλώσεις που περιέχουν δικά τους εισοδήματα.
Στις καινοτομίες της νομοθεσίας περιλαμβάνεται και η καθιέρωση των δεσμευτικών απαντήσεων από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, οι οποίες θα εκδίδονται εντός 150 ημερών με καταβολή ειδικού παραβόλου από 15.000 έως 50.000 ευρώ, προσφέροντας εκ των προτέρων νομική και φορολογική ασφάλεια στις επιχειρήσεις.
Οι ανατροπές στην πιστοποίηση της κύριας κατοικίας και το μητρώο ακινήτων
Ο τομέας της ακίνητης περιουσίας εισέρχεται σε μια νέα εποχή διαχείρισης, καθώς από το 2027 η απόδειξη της κύριας κατοικίας θα αποσυνδεθεί από τα δεδομένα της φορολογικής δήλωσης εισοδήματος. Η πιστοποίηση θα πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσω του Μητρώου Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων, το οποίο θα λειτουργεί ως η κεντρική βάση δεδομένων για την εφαρμογή των φορολογικών απαλλαγών στον ΕΝΦΙΑ.
Η συγκεκριμένη απαλλαγή εστιάζει κυρίως σε ακίνητα που βρίσκονται σε οικισμούς με πληθυσμό έως 1.500 κατοίκους, ενώ για συγκεκριμένες παραμεθόριες περιοχές το πληθυσμιακό όριο αυξάνεται στους 1.700 κατοίκους, εφόσον η αξία της κατοικίας δεν υπερβαίνει τα 400.000 ευρώ.
Μέχρι την πλήρη επιχειρησιακή λειτουργία του νέου μητρώου, το σύστημα θα εξακολουθήσει να βασίζεται στα στοιχεία του προηγούμενου φορολογικού έτους.
Αλλαγές δρομολογούνται και στον τρόπο προσδιορισμού της συνολικής αξίας της ακίνητης περιουσίας, η οποία λαμβάνεται υπόψη για τις ενδεχόμενες προσαυξήσεις στον φόρο των φυσικών προσώπων.
Σύμφωνα με τη νέα νομοθετική πρόβλεψη, η αξία των εμπράγματων δικαιωμάτων που εξαιρούνται από τον φόρο δεν θα προστίθεται πλέον στο γενικό σύνολο της περιουσίας, αποτρέποντας έτσι την τεχνητή διόγκωση της φορολογικής επιβάρυνσης των ιδιοκτητών.
Τέλος, το σχέδιο νόμου προβλέπει τη δημιουργία μιας σύγχρονης ηλεκτρονικής πλατφόρμας, η οποία θα λειτουργεί ως κεντρική αγορά για τη διαχείριση και τη μεταβίβαση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, συγκεντρώνοντας όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τη διευκόλυνση των σχετικών συναλλαγών.