Ελλάδα – Στην πρώτη θέση μεταξύ των κρατών με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες όσον αφορά τον ετήσιο χρόνο απασχόλησης των πολιτών της βρίσκεται η Ελλάδα, καταγράφοντας τον εντυπωσιακό αριθμό των 1.898 ωρών εργασίας ετησίως, σύμφωνα με τα νεότερα αναλυτικά δεδομένα που δημοσιοποίησε η ελβετική τράπεζα UBS.
Αυτή η στατιστική καταγραφή αναδεικνύει την έντονη προσήλωση του ελληνικού εργατικού δυναμικού στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, αναδεικνύοντας τις ιδιαιτερότητες που επικρατούν στο ευρωπαϊκό οικονομικό περιβάλλον.
Παρά το γεγονός ότι ο συνολικός χρόνος εργασίας στην ελληνική επικράτεια έχει παρουσιάσει σημαντική και αισθητή μείωση σε σύγκριση με τις 2.000 ώρες που καταγράφονταν στις αρχές της χιλιετίας, και συγκεκριμένα το 2000, η διαφοροποίηση με τα υπόλοιπα δυτικά κράτη παραμένει ιδιαίτερα ευρεία.
Ενδεικτικά της κατάστασης που επικρατεί στο παγκόσμιο εργασιακό τοπίο, ο μέσος Αμερικανός εργαζόμενος απασχολείται 1.796 ώρες τον χρόνο, ενώ την ίδια στιγμή στην περιοχή της Ευρωζώνης ο αντίστοιχος μέσος όρος διαμορφώνεται σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα, αγγίζοντας μόλις τις 1.522 ώρες ετησίως.
Όπως διευκρινίζει χαρακτηριστικά ο επικεφαλής οικονομολόγος της UBS, Άρεντ Κάπτεϊν, μέσα από την έκθεση του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, αυτή η αξιοσημείωτη απόκλιση στις εργατοώρες μπορεί να δικαιολογήσει σε ένα βαθμό τις υφιστάμενες διαφοροποιήσεις στο επίπεδο της συνολικής οικονομικής παραγωγής ανάμεσα στα διάφορα κράτη.
Ωστόσο, ο ίδιος ξεκαθαρίζει πως η συγκεκριμένη παράμετρος δεν επαρκεί για να ερμηνεύσει τις διακυμάνσεις στους ρυθμούς ανάπτυξης.
Ειδικά για την ελληνική περίπτωση, τα στοιχεία αυτά έρχονται να προστεθούν στην ήδη γνωστή πρόκληση της χαμηλής παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα βασικά δομικά προβλήματα της εγχώριας οικονομίας.
Η ευρωπαϊκή εικόνα και το χάσμα της παραγωγικότητας
Η έντονη αναντιστοιχία που παρατηρείται μεταξύ των ετήσιων ωρών εργασίας και του τελικά παραγόμενου οικονομικού αποτελέσματος αποτυπώνεται με απόλυτη σαφήνεια σε παλαιότερη και άκρως κατατοπιστική μελέτη της DZ Bank.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της συγκεκριμένης ανάλυσης, μία ώρα εργασίας στην Ελλάδα αντιστοιχεί σε μόλις 48,3 διεθνή δολάρια, μετρούμενα με βάση την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης.
Η σύγκριση με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη αποκαλύπτει το μέγεθος της πρόκλησης για την εγχώρια αγορά εργασίας όσον αφορά την αποτελεσματικότητα.
Την ίδια στιγμή που ο Έλληνας εργαζόμενος παράγει αυτή την αξία, το αντίστοιχο ποσό στο Λουξεμβούργο εκτοξεύεται στα 163 διεθνή δολάρια, υπογραμμίζοντας την τεράστια απόκλιση εντός της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Στην Ιρλανδία, η αξία που παράγεται ανά ώρα εργασίας φτάνει τα 138 δολάρια, αναδεικνύοντας τη δυναμική της εθνικής οικονομίας.
Στην Ολλανδία, ο δείκτης αυτός αγγίζει τα 89,5 δολάρια, καταδεικνύοντας ένα ιδιαίτερα ισορροπημένο μοντέλο απόδοσης.
Παράλληλα, στη Γερμανία, η οποία αποτελεί παραδοσιακά την ισχυρότερη βιομηχανική δύναμη, το παραγόμενο αποτέλεσμα ανά ώρα διαμορφώνεται στα 79 δολάρια.
Συνολικά, ο ευρωπαϊκός μέσος όρος τοποθετείται στα 70 δολάρια αγοραστικής δύναμης, γεγονός που αποδεικνύει ότι η ελληνική επίδοση υπολείπεται σημαντικά των γενικών ευρωπαϊκών προτύπων.
Η συνολική ευρωπαϊκή αγορά σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες
Σε ευρύτερο γεωγραφικό και μακροοικονομικό επίπεδο, η λεπτομερής ανάλυση που παρουσιάζει η ελβετική τράπεζα καταδεικνύει ότι οι εργαζόμενοι στα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης απασχολούνται συνολικά κατά δεκαπέντε τοις εκατό λιγότερο σε σύγκριση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
Αυτό το συνολικό ποσοστό αναδεικνύει μια σαφή διαφορά φιλοσοφίας μεταξύ των δύο ηπείρων.
Ωστόσο, μέσα σε αυτό το γενικευμένο ευρωπαϊκό πλαίσιο, οι οικονομικοί αναλυτές παρατηρούν εξαιρετικά έντονες εσωτερικές διαφοροποιήσεις που αντικατοπτρίζουν πλήρως τα διαφορετικά παραγωγικά, θεσμικά και οικονομικά μοντέλα του κάθε κράτους.
Η Γερμανία, για παράδειγμα, καταγράφει με χαρακτηριστική διαφορά τις λιγότερες ώρες εργασίας ετησίως μεταξύ όλων των χωρών που απαρτίζουν τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, επιβεβαιώνοντας στην πράξη τον αυστηρό προσανατολισμό της σε μικρότερο χρόνο συμβατικής απασχόλησης αλλά με εξαιρετικά αυξημένη και εντατική απόδοση παραγωγής.
Στον αντίποδα αυτής της ευρωπαϊκής τακτικής, τα κράτη που ανήκουν στη γεωγραφική ζώνη του ευρωπαϊκού Νότου φαίνεται να ακολουθούν μια εντελώς διαφορετική ιστορική πορεία.
Οι συγκεκριμένες χώρες της Νότιας Ευρώπης προσεγγίζουν με σταθερό ρυθμό πολύ περισσότερο τα αντίστοιχα αμερικανικά πρότυπα απασχόλησης όσον αφορά τον συνολικό χρόνο που διαθέτουν οι υπάλληλοι στον εργασιακό τους χώρο, παραβλέποντας πρακτικά τις τάσεις που κυριαρχούν στην Κεντρική Ευρώπη.
Η ιστορική ανατροπή των δεδομένων και η παγκόσμια κατάταξη
Ιδιαίτερο ιστορικό και θεσμικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι αυτή η συνθήκη δεν ίσχυε ανέκαθεν στην παγκόσμια οικονομία.
Όπως αναφέρει η έκθεση, μέχρι και τη δεκαετία του 1970, οι πολίτες των ευρωπαϊκών κρατών εργάζονταν αποδεδειγμένα περισσότερες ώρες από τους Αμερικανούς.
Η UBS επιχειρεί να αποκωδικοποιήσει αυτή την εντυπωσιακή ανατροπή, αποδίδοντας σχεδόν το ήμισυ της τεράστιας διαφοράς στο θεσμικό καθεστώς των νόμιμων αδειών.
Στην Ευρώπη, οι εργαζόμενοι εξασφαλίζουν τέσσερις έως έξι εβδομάδες αμειβόμενης άδειας, ανεξάρτητα από τις επίσημες αργίες. Αντίθετα, στις Ηνωμένες Πολιτείες απουσιάζει η σχετική ομοσπονδιακή νομοθεσία.
Επιπρόσθετοι καθοριστικοί παράγοντες περιλαμβάνουν την αυστηρή νομοθετική κατοχύρωση για το 40ωρο σε χώρες όπως η Γαλλία και το Βέλγιο, το αυξημένο ποσοστό των συμβάσεων μερικής απασχόλησης στην ευρωπαϊκή ήπειρο, καθώς και τα δυσανάλογα υψηλά κόστη που διέπουν το καθεστώς των υπερωριών.
Σύμφωνα με τους συντάκτες, η φορολογία διαδραματίζει επίσης έναν υπαρκτό αλλά μικρότερο ρόλο. Εξετάζοντας την κατάσταση σε παγκόσμια κλίμακα, συμπεριλαμβανομένων των αναδυόμενων αγορών, τα δεδομένα αλλάζουν δραστικά.
Η υψηλότερη ένταση εργασίας στον πλανήτη εντοπίζεται στην Κολομβία, όπου οι εργαζόμενοι καταγράφουν 2.252 ώρες ετησίως.
Την κατάταξη συμπληρώνουν το Μεξικό με 2.193 ώρες, η Κόστα Ρίκα με 2.149 ώρες και η Κίνα, η οποία κινείται στις 1.919 ώρες εργασίας κατά μέσο όρο.